εύληπτος

-η, -ο (ΑΜ εὔληπτος, -ον)
1. αυτός που κατανοείται εύκολα, ο ευνόητος
2. (για ποτά, φάρμακα κ.λπ.) αυτός που λαμβάνεται εύκολα, ο εύποτος, ο καλόπιστος (α. «οὐδ' εὔληπτον εῑναι τὸ ὕδωρ», Ιώσ.
β. «εύληπτα φάρμακα»)
νεοελλ.
αυτός που συλλαμβάνεται εύκολα («εύληπτο πτηνό»)
αρχ.
1. αυτός που κυριεύεται εύκολα, ο ευάλωτος («εὔληπτοι νησιῶται», Θουκ.)
2. αυτός τον οποίο καταλαμβάνει ή κερδίζει κάποιος εύκολα («εὔληπτα γοῡν καὶ οὐ πολλοῡ δεήσει τοῡ πόνου», Λουκιαν.)
3. αυτός που μεταφέρεται εύκολα
4. αυτός που αναιρείται, που ανασκευάζεται εύκολα.
επίρρ...
ευλήπτως (Α εὐλήπτως)
1. με εύκολο τρόπο («τὸ ἔκπωμα εὐληπτότατα ἐνδιδόναι τῷ μέλλοντι», Ξεν.)
2. με εύληπτο τρόπο, ευκολονόητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ληπτος (< λαμβάνω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔληπτος — easily taken hold of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύληπτος — η, ο 1. αυτός που παίρνεται εύκολα: Εύληπτο φάρμακο. 2. αυτός που γίνεται εύκολα κατανοητός, ευνόητος, ευκολονόητος, απλός: Εύληπτο βιβλίο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐληπτότερον — εὔληπτος easily taken hold of adverbial comp εὔληπτος easily taken hold of masc acc comp sg εὔληπτος easily taken hold of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐληπτοτέρων — εὔληπτος easily taken hold of fem gen comp pl εὔληπτος easily taken hold of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐληπτότατα — εὔληπτος easily taken hold of adverbial superl εὔληπτος easily taken hold of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐληπτότατον — εὔληπτος easily taken hold of masc acc superl sg εὔληπτος easily taken hold of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐλήπτως — εὔληπτος easily taken hold of adverbial εὔληπτος easily taken hold of masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔληπτον — εὔληπτος easily taken hold of masc/fem acc sg εὔληπτος easily taken hold of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐληπτοτάτη — εὔληπτος easily taken hold of fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐληπτοτέροις — εὔληπτος easily taken hold of masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.